 Ο Γλαύκος Κουμίδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1950 και σπούδασε Αρχιτεκτονική στην Α.Α. School of Architecture στο Λονδίνο και Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Την εικαστική του δουλειά την εκθέτει από το 1977, με αποκορύφωμα τη συμμετοχή του στην 48η Μπιενάλε Βενετίας όπου εκπροσώπησε την Κύπρο. Παράλληλα ο Κουμίδης έχει ασχοληθεί με τη λογοτεχνία και έχει εκδώσει αρκετά έργα. Το Δημοτικό Κέντρο Τεχνών οργανώνει μεγάλη έκθεση του καλλιτέχνη η οποία έχει διπλό χαρακτήρα. Αφ' ενός παρουσιάζονται επιλεγμένα αναδρομικά έργα από προηγούμενες δουλειές του καλλιτέχνη, ενώ παράλληλα του δίνεται η ευκαιρία να δημιουργήσει μια καινούργια μεγάλη εγκατάσταση στον χώρο της Παλιάς Ηλεκτρικής. Συγκεκριμένα θα παρουσιασθούν έργα από την ενότητα «ιώτα δασεία», καθώς και έργα ζωγραφικής και χαρακτικής ενώ το Εχέμυθο Στάγμα αποτελεί τη σημερινή παρέμβαση του Κουμίδη στη μεγάλη αίθουσα του Κέντρου Τεχνών. Οπως λέει και ο ίδιος ο καλλιτέχνης, με το να εκθέσει το έργο του σε έναn ιστορικά φορτισμένο χώρο όπως αυτό της Παλιάς Ηλεκτρικής «στα ενδότερα της εντειχισμένης Λευκωσίας, το εγχείρημα μετατρέπεται σε στοίχημα». Ο Γιάννης Τουμαζής λέει για τον Κουμίδη: «Η περίπτωση του Κουμίδη αποτελεί μια ιδιόμορφη και συνάμα ευτυχή περίπτωση στην κυπριακή πραγματικότητα των καλλιτεχνικών. Οι καινούργιες συνθήκες και η κοσμοπολίτικη και "παγκοσμοιοποιημένη" κατεύθυνση την οποία ακολουθούν σήμερα οι νέοι εικαστικοί μας, ίσως μας αποπροσανατολίζει μερικές φορές και μας κάνει να ξεχνούμε - αλλά και να παραποιούμε άθελά μας - τις ουσιαστικές παραμέτρους που καθορίζουν το κυπριακό μας πρόσωπο. Ο Κουμίδης είναι, θα έλεγα, ένας αυθεντικά Κύπριος καλλιτέχνης. Ενας Λευκωσιάτης καλλιτέχνης, ένας καλλιτέχνης-στοχαστής, ένας καλλιτέχνης-ποδηλάτης, ο οποίος αναφέρεται και δημιουργεί στο χώρο με την ιερότητα και το σεβασμό που χρειάζεται, ώστε να επιτευχθεί η απαραίτητη μετάλλαξη και το έργο τέχνης να αποκτήσει την οικουμενική υπόσταση που απαιτείται για να βιώσει τη φθορά του χρόνου και το θάνατο. Η μελέτη του πάνω στους σκάμνους και τα εκκλησιαστικά έπιπλα, στα παραβάν και τις ξαπλώστρες, στις βυζαντινές εικόνες, στο καζαντί και το λαϊκό πολιτισμό, επιτυγχάνει πολλά και σε πολλά επίπεδα. Με το να απομονώσει, να ξανασχεδιάσει και να επαναερμηνεύσει το λειτουργικό τους ρόλο, κατορθώνει να τους μεταλαμπαδέψει την απαιτούμενη ενέργεια ώστε να λειτουργήσουν ως στοιχεία αυτόνομα, ως μέλη ενός πολυπρόσωπου θιάσου, κοστούμια του οποίου είναι ψήγματα του ανθρώπινου πολιτισμού. Ο Κουμίδης στο ποδήλατο, το καζαντί που κυλά στις ρόδες, οι επιμήκεις "πλαγιαστές" με την κομψότητα των φιγούρων του El Greco που στοιβάζονται η μια στην άλλη, οι σκάμνοι με τη σεπτή περηφάνια των προσκυνητών του μεσαίωνα, τα κείμενα του "Πουπούξιου", η μυρωδιά των χαρουπιών και το ξηραμένο καρβέλι, δημιουργούν το σκηνικό ενός κόσμου που δεν χάνεται, που αγωνίζεται και υπάρχει, που ελπίζει και προσμένει. Για ένα διανοούμενο-καλλιτέχνη όπως ο Κουμίδης, οι αναφορές στην ιστορία της τέχνης και δη της δυτικής, είναι και αναπόφευκτες και επιβαλλόμενες και γοητευτικές. Το Dada, ο Σουρεαλισμός. Η τύχη που διέπει τη λειτουργία στο καζαντί, είναι η ίδια με τις μετοχές για το καζίνο του Monte Carlo (Monte Carlo Bond) του Duchamp. Oπως και ο τροχός του ποδηλάτου που λειτουργεί σαν mandala, στενά συνδεδεμένος και με τη γεωμετρία των ν-διαστάσεων και κυρίως της τέταρτης. Οι πιθανότητες και η στατιστική, η τύχη, αποτελούν τη βάση για την εξέλιξη της ζωής. Και η τέχνη, η τέχνη με την οποία ασχολείται και ο Κουμίδης, αφορά τη ζωή. Αφορά τη μετάβαση μέσα από τη χαραμάδα της ανοικτής πόρτας, πίσω από την κόκκινη σκηνή του θεάτρου, κάτω από τις σταγόνες της ντουζιέρας, σε μια άλλη διάσταση. Εκεί όπου όπως λέει και ο ίδιος ο καλλιτέχνης "βρίσκεται η ελπίδα του στάγματος". Εκεί όπου συντελείται η κάθαρση και γίνεται η μύηση στη γνώση». * Την έκθεση οργανώνει το Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λευκωσίας. Εγκαινιάζεται στις 3 Δεκεμβρίου η ώρα 8.00 το βράδυ και θα διαρκέσει μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου 2009. Την έκθεση επιμελούνται ο Γιάννης Τουμαζής και η Αντρέ Ζιβανάρη. ένθετο Ο Κουμίδης στο ποδήλατο, το καζαντί που κυλά στις ρόδες, οι επιμήκεις "πλαγιαστές" με την κομψότητα των φιγούρων του El Greco που στοιβάζονται η μια στην άλλη, οι σκάμνοι με τη σεπτή περηφάνια των προσκυνητών του μεσαίωνα, τα κείμενα του "Πουπούξιου", η μυρωδιά των χαρουπιών και το ξηραμένο καρβέλι, δημιουργούν το σκηνικό ενός κόσμου που δεν χάνεται, που αγωνίζεται και υπάρχει, που ελπίζει και προσμένει. |